εχθοδαπός

ἐχθοδαπός, -όν (Α)
επιγρ. ξένος, αλλοδαπός, εχθρικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εχθός «εκτός» + -δαπος. Το β' συνθετικό κατ' αναλογίαν προς το αλλο-δαπός*. Κατ' άλλη άποψη διαφορετικός τ. τού εχθο-δοπός* με το β' συνθετικό πάλι κατ' αναλογίαν προς το αλλο-δαπός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐχθοδαπόν — ἐχθοδαπός foreign masc/fem acc sg ἐχθοδαπός foreign neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχθοδοπώ — ἐχθοδοπῶ, έω (ΑΜ) [εχθοδαπός] μσν. μέσ. ἐχθοδοποῡμαι, έομαι πιάνω έχθρα αρχ. φέρομαι εχθρικά, γίνομαι εχθρός με κάποιον («ὅ τέ μ ἐχθοδοπῆσαι ἐφήσεις Ἥρῃ», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.